Αισιοδοξία και κάθαρση σε έναν παράλογο κόσμο

"Still life", Δημοτικό Θέατρο Πειραιά  Nysos Vasilopoulos Συντάκτης:  Γρηγόρης Ιωαννίδης    Λίγο πριν...

"Still life", Δημοτικό Θέατρο Πειραιά Nysos Vasilopoulos
Λίγο πριν από τη διεθνή περιοδεία της, η τελευταία παράσταση του Δημήτρη Παπαϊωάννου στάθμευσε για λίγο στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά. Εκεί την είδα κι εγώ, για δεύτερη φορά, μετά την επιτυχία της στη Στέγη την περασμένη άνοιξη, κάπως διαφορετική τώρα, με αλλαγές στη διανομή και στο σκηνικό, με μια επιπλέον επεξεργασία από τον σκηνοθέτη της. Ωστόσο, το ίδιο εκρηκτική και τώρα, αινιγματική και στοχαστικά ανοιχτή σε κάθε ερμηνεία.
Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου αποτελεί έναν «διεθνή» Ελληνα καλλιτέχνη, γεγονός που θα πει ότι μεταφέρει στη δημιουργία του ένα διάπλατο ερώτημα εντοπιότητας. Απ’ όσο ξέρω κανείς δεν κατάφερε ποτέ να προκαλέσει το ενδιαφέρον της παγκόσμιας σκηνής ξεκινώντας από το πουθενά. Αυτό που δεν αναγνωρίζουμε εύκολα στον Παπαϊωάννου είναι ότι έχει καταφέρει να μεταφέρει σε άλλους κώδικες μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, μια νέα εικαστική, μια βαθιά αρμονία, που συντονίζεται όμως με κάτι πολύ δικό του και δικό μας. Κι αν το θέατρό του μιλάει μια παγκόσμια γλώσσα, η σιωπή του μιλάει στα ελληνικά.
Και αν τα σώματά του εμπίπτουν στον νόμο της βαρύτητας, όταν τον αψηφούν, το κάνουν με τους νόμους μιας εκλεκτικής ελληνικής ευαισθησίας.
Γι’ αυτό νομίζω ότι η επιτυχία του -η καλλιτεχνική, γιατί ακολουθεί βέβαια και η εμπορική- στηρίζεται κατά πρώτον στην ειλικρίνεια, όπως και σε ένα φράγμα διαπερατό ανάμεσα σε εκείνον και στο κοινό, που, αντί να εμποδίζει, ανοίγει το φίλτρο της ζωντανής επικοινωνίας.
Το «Still life» (που ατυχώς στην περίπτωσή μας μεταφέρεται ως η νεκρή φύση των εικαστικών) είναι μια επιστροφή του τεχνίτη στο υλικό του, στην επικέντρωσή του όχι στα μεγάλα θέματα, αλλά στην ίδια την τέχνη, στον τρόπο που σμιλεύει το υλικό, που απεικονίζει το αντικείμενο. Είναι αυτό που λέμε ένα «εργαστήριο», όπου ο καλλιτέχνης αναγνωρίζει κατά βάθος τον εαυτό του και τη θέση του απέναντι στην τέχνη. Θέλω να πω ότι η επίσημη θέση σε αυτή την περίπτωση του Παπαϊωάννου βρίσκεται εντός της πλατείας, στο «απέναντι». Γι’ αυτό μην παραξενευτείτε όταν τον δείτε να περιδιαβαίνει ανάμεσά μας σαν θεατής κι αυτός της τέχνης του.
Το αγωνιώδες κοίταγμα του τσαρλατάνου
Ετσι κι αλλιώς, το «Still life» συμβαίνει με εμάς στην πλατεία και, αυτή τη φορά, κυριολεκτικά συμβαίνει για χάρη μας. Μην το ξεχνάμε: το θέατρο του Παπαϊωάννου είναι κατά βάθος γιορτή.
Είναι ένα γλέντι, μια κατάφαση στα θετικά της ζωής και σε ό,τι δεν εκπίπτει και δεν σπαταλιέται. Η τέχνη του, τουλάχιστον στα τελευταία του πειράματα που έχω παρακολουθήσει, είναι μια κλοουνερί, σειρά από ακροβασίες, αναθεωρήσεις του σώματος, στάσεις του ιλαροτραγικού. Μπορούμε να τον συγκρίνουμε με το θέατρο εικόνων του Γουίλσον ή του Καστελούτσι. Ωστόσο μου φαίνεται ότι ο Παπαϊωάννου μέσα από την τέχνη του φανερώνεται σαν ένας βαθιά αισιόδοξος άνθρωπος.
Με μια αισιοδοξία που δεν εμφανίζεται στην αρχή αλλά στο τέλος της παράστασης.
Εδώ, στο «Still life», στο κέντρο βρίσκεται η αίσθηση της ματαιότητας, η υπαρξιακή αίσθηση του παραλόγου, που μεταφέρεται στην αδυναμία όσο και στο ανολοκλήρωτο της πράξης. Για να είμαστε ακριβείς, τίποτα στο «Still life» δεν ολοκληρώνεται. Ολα μένουν μετέωρα στα μάτια μας.
Ετσι είναι εξάλλου δομημένη η ίδια η παράσταση: σαν σειρά από ακροβατικά σκετς (εξαιρετικής κατάρτισης αλλά και κωμικής ασημαντότητας) που κάθε φορά τελειώνουν με το αγωνιώδες κοίταγμα του τσαρλατάνου προς την πλατεία, σαν να περιμένει το χειροκρότημα… Και πάλι από την αρχή. Είναι φανερό πως από πίσω εργάζεται η αγωνία του καλλιτέχνη για το έργο του, για την αποδοχή και τη σημασία του. Αυτό κάνει τα πράγματα σαφώς πιο προσωπικά: είναι ο καλλιτέχνης που μιλάει πρώτα για τον εαυτό και τη θέση του. Και από εκεί και πέρα μιλάει για εμάς ως μέρος του ίδιου κάδρου.

Κάλεσμα σε ελληνικό γεύμα

Μιλάω όμως τόση ώρα για την παράσταση και δεν έχω αναφερθεί ακόμα στην ποιητική σύλληψή της. Αυτό δεν είναι εξάλλου που κάνει τον σκηνοθέτη τόσο ξεχωριστό; Η ικανότητά του να μετατρέπει και να μεταδίδει σκέψεις σε αισθήσεις.
Στην αρχή είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης που σκέφτεται τι να κάνει με μια πέτρα, με το ασήμαντο πρώτο μόριο της τέχνης του. Ωσπου έρχεται εκείνος και θα τον «ξεβολέψει»: θα του τραβήξει την καρέκλα, θα τον αφήσει σε μια εκκρεμότητα. Τώρα, από το βάθος της σκηνής ένας άνθρωπος κουβαλά έναν τοίχο που γκρεμίζεται σε κομμάτια.
Από μια τρύπα του αναδύονται μορφές που φέρνουν στον νου άλλοτε πλάσματα της φαντασίας, άλλοτε ματαιώσεις του έρωτα. Και αμέσως μετά ακολουθούν κι άλλα: κάποιος που φέρνει στη σκηνή μια διαφάνεια, την τοποθετεί μπροστά σε ένα γυναικείο σώμα κι αρχίζει να τη δονεί. Από τους κραδασμούς της βγαίνει μια αέρινη μορφή, ύπαρξη διαθλασμένη όχι μόνο στο γυαλί αλλά στα ερωτικά οράματά μας.
«Still life»Για όσους δεν πρόλαβαν, προγραμματίστηκαν ακόμα δέκα παραστάσεις, ανάμεσα στα ταξίδια που σχεδιάζει η ομάδα σε Παρίσι, Μιλάνο και Στοκχόλμη
Κάποια άλλη στιγμή κάποιος αγωνίζεται να κρατήσει έστω μία μόνο πέτρα από τις πολλές που του πέφτουν από τα χέρια. Ενας άλλος θέλει να «πετάξει» ανεβασμένος σε μια σκάλα: στην πραγματικότητα η ακροβασία του στηρίζεται στον διπλανό του... Ολα εδώ μένουν αφημένα στον θόρυβο, στον γδούπο, στο «βρόμικο πρώτο υλικό της καθημερινότητας». Και στο τέλος, όλοι μαζί, ο θίασος, αναζητούν με σελοτέιπ τον δικό τους μίτο, τον τρόπο με τον οποίο ξετυλίγεται επιτέλους αυτό το παιχνίδι που λέγεται θέατρο ή ανθρώπινη επαφή.
Κάποιος άλλος θα σταματούσε εδώ. Φτάνει τόσο... Αυτό που κάνει τον Παπαϊωάννου τόσο δικό μας είναι η απρόσμενη αλλαγή στο τέλος. Που σε αυτόν όλα τελειώνουν με ένα γεύμα, με το «σινάφι», τους συνεργάτες και φίλους. Που όλα τελειώνουν εδώ απλά και ανακουφιστικά: με την ελληνική προτροπή πως ό,τι δεν βρίσκεις στο σκούρο παραπέτασμα του ουρανού, μπορείς να το βρεις δίπλα σου, σε ένα γεύμα, σε μια αποτύπωση της «νεκρής φύσης», γεμάτη όμως ζωντάνια, κρυφή ανθρωπιά και συντροφικότητα.
Πρόκειται βέβαια για φτωχική, ουσιαστική και σπουδαία ποίηση και πρέπει όλοι να νιώθουμε για μια ακόμη φορά περήφανοι για την παρουσία της ανάμεσά μας. Κι αν κρατάει λίγο παραπάνω, χαλάλι της. Από αυτή βγαίνουμε όχι σοφότεροι, αλλά υγιέστεροι. Είναι μια τέχνη λυτρωτική και καθαρτική.
Mε τους Προκόπη Αγαθοκλέους, Δρόσο Σκώτη, Μιχάλη Θεοφάνους, Κώστα Χρυσαφίδη, Χρήστο Στρινόπουλο, Καλλιόπη Σίμου και Παυλίνα Ανδριοπούλου.

Povezani članci

vesti 2202219315465802067

Popularno

Novo

BKG

Pretplatite se besplatno

item